Google news
Δεδικασμένο

Δεδικασμένο – Νομολογία και Έννοια

Νομολογιακή έννοια για το Δεδικασμένο

Το δεδικασμένο για τις υποθέσεις αστικού δικαίου προβλέπεται στα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, στα οποία αναφέρεται πως η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Στο ποινικό δίκαιο και συγκεκριμένα στο άρθρο 57 ΚΠΔ αναφέτεται πως “Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμα και αν δοθεί σ’ αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός”
Στη νομολογία, το δεδικασμένο ορίζεται ως, η δεσμευτικότητα της απόφασης ενός δικαστηρίου για το ίδιο αντικείμενο και τους ίδιους διαδίκους, σε μεταγενέστερη δίκη. Η δεσμευτικότητα αυτή απορρέει από την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει την οριστική επίλυση των διαφορών και την αποφυγή της επανάληψης της διαδικασίας για το ίδιο ζήτημα.

Θεωρητική έννοια

Στη θεωρία του δικαίου, το δεδικασμένο ορίζεται ως η έννομη συνέπεια της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία επιβάλλει την αποδοχή του περιεχομένου της από τα δικαστήρια και τα αρμόδια όργανα της πολιτείας. Το δεδικασμένο έχει δύο βασικές λειτουργίες:

Η πρώτη λειτουργία είναι η αποφυγή της επανάληψης της διαδικασίας για το ίδιο ζήτημα. Η δεσμευτικότητα του δεδικασμένου αποτρέπει τη διεξαγωγή μιας νέας δίκης για το ίδιο αντικείμενο και τους ίδιους διαδίκους, καθώς η απόφαση του δικαστηρίου έχει ήδη αποφανθεί οριστικά για το ζήτημα αυτό. Έτσι επιτυγχάνεται και η αποσυμφόρηση των δικαστηριών καθώς αν δεν υπήρχε η πρόβλεψη του δεδικασμένου θα πραγματοποιούνταν διαρκώς δικαστικές διαδικασίες χωρίς πέρας.
Η δεύτερη λειτουργία είναι η ασφάλεια δικαίου. Το δεδικασμένο συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου, καθώς παρέχει στα μέρη της δίκης την βεβαιότητα ότι η διαφορά τους έχει οριστικά επιλυθεί.

Διαβάστε  Άγαμη θυγατέρα & Σύνταξη δημοσίου

Απαιτήσεις για τη δημιουργία δεδικασμένου

Για να δημιουργηθεί δεδικασμένο, απαιτείται η απόφαση του δικαστηρίου να είναι τελεσίδικη. Η τελεσίδικη απόφαση είναι αυτή που δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο ή η οποία, αν και υπόκειται σε ένδικο μέσο, δεν ασκήθηκε ή απορρίφθηκε.

Επιπλέον, για να δημιουργηθεί δεδικασμένο, απαιτείται η απόφαση να αφορά το ίδιο αντικείμενο και τους ίδιους διαδίκους σε μεταγενέστερη δίκη. Το αντικείμενο της δίκης είναι το δικαίωμα ή η αξίωση για την οποία επιδιώκεται η δικαστική προστασία. Οι διάδικοι είναι τα μέρη της δίκης, δηλαδή ο ενάγων και ο εναγόμενος ή ο αιτών και ο καθού η αίτηση.

Συνέπειες του δεδικασμένου

Το δεδικασμένο έχει τις ακόλουθες συνέπειες:

Απορρίπτει την άσκηση της ίδιας αγωγής ή αίτησης από τον ίδιο ενάγοντα ή αιτούντα κατά του ίδιου εναγόμενου ή καθού η αίτηση.
Κατοχυρώνει το δικαίωμα ή την αξίωση που κρίθηκε από το δικαστήριο.
Δεσμεύει τα αρμόδια όργανα της πολιτείας, τα οποία πρέπει να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της απόφασης.

Εξαιρέσεις από την εφαρμογή του δεδικασμένου

Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες το δεδικασμένο δεν ισχύει. Οι κυριότερες εξαιρέσεις είναι οι εξής:

Η απόφαση που έχει εκδοθεί με πλάσμα δικαίου.
Η απόφαση που έχει εκδοθεί με παραβίαση ουσιαστικού ή δικονομικού κανόνα.
Η απόφαση που έχει εκδοθεί για ζήτημα που δεν είναι αντικείμενο της δίκης.
Η απόφαση που έχει εκδοθεί για ζήτημα που έχει μεταβληθεί.
Αναστολή του δεδικασμένου

Η ισχύς του δεδικασμένου μπορεί να ανασταλεί σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι κυριότερες περιπτώσεις αναστολής του δεδικασμένου είναι οι εξής:

Η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης με δικαστική απόφαση.
Η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης με τελεσίδικη συμφωνία των διαδίκων.
Η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης λόγω αναίρεσης.

Διαβάστε  Τι ισχύει για την ιδιόχειρη διαθήκη

Συμπέρασμα

Το δεδικασμένο είναι ένας σημαντικός δικονομικός θεσμός που συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου και στην αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Η δεσμευτικότητα της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης αποτρέπει τη διεξαγωγή μιας νέας δίκης για το ίδιο ζήτημα και παρέχει στα μέρη της δίκης την βεβαιότητα ότι η διαφορά τους έχει οριστικά επιλυθεί.

Loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Google news