Google news
Διαθήκη που συντάχθηκε από πρόσωπο που δεν είχε συνείδηση των πράξεών του

Διαθήκη που συντάχθηκε από πρόσωπο που δεν είχε συνείδηση των πράξεών του

Σύμφωνα με το άρθρο 1719 παράγραφος 3 του Αστικού Κώδικα, “ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας”.

Το πρώτο μέρος της διάταξης αυτής αναφέρεται στην περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει συνείδηση των πράξεών του. Αυτό σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει τι κάνει, δηλαδή δεν καταλαβαίνει ότι συντάσσει διαθήκη, ή δεν καταλαβαίνει την ουσία και το περιεχόμενο των διατάξεων της διαθήκης.

Το δεύτερο μέρος της διάταξης αυτής αναφέρεται στην περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει τη χρήση του λογικού. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς.

Στις δύο αυτές περιπτώσεις, η διαθήκη είναι άκυρη εξ’ αρχής, δηλαδή από την ίδια τη σύνταξή της. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκτά ποτέ ισχύ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Δεν χρειάζεται να γίνει κάποια ενέργεια για να ακυρωθεί, αφού είναι ήδη άκυρη.

Η διάκριση μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης διαθήκης είναι σημαντική, καθώς έχει διαφορετικές συνέπειες. Η άκυρη διαθήκη δεν αποκτά ποτέ ισχύ, ενώ η ακυρώσιμη διαθήκη αποκτά ισχύ, αλλά μπορεί να ακυρωθεί μετά από αγωγή που ασκεί κάποιος κληρονόμος ή κληροδόχος.

Διαβάστε  Ημερόπλοιο και Νομικό Καθεστώς

Κατά το άρθρο 1718 ΑΚ, “διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά”.

Αυτό σημαίνει ότι, για να είναι έγκυρη μια διαθήκη, πρέπει να τηρούνται όλες οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τη σύνταξή της. Οι διατάξεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, το πρόσωπο του διαθέτη, την ικανότητα του διαθέτη να συντάσσει διαθήκη, τη μορφή της διαθήκης, το περιεχόμενο της διαθήκης και τις προϋποθέσεις για την αποδοχή της διαθήκης.

Εάν δεν τηρηθούν οι διατάξεις αυτές, η διαθήκη είναι άκυρη. Η ακυρότητα της διαθήκης μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική.

Η απόλυτη ακυρότητα της διαθήκης σημαίνει ότι η διαθήκη είναι άκυρη εξαρχής, δηλαδή από την ίδια τη σύνταξή της. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκτά ποτέ ισχύ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Δεν χρειάζεται να γίνει κάποια ενέργεια για να ακυρωθεί, αφού είναι ήδη άκυρη.

Η σχετική ακυρότητα της διαθήκης σημαίνει ότι η διαθήκη αποκτά ισχύ, αλλά μπορεί να ακυρωθεί μετά από αγωγή που ασκεί κάποιος κληρονόμος ή κληροδόχος.

Η άκυρη διαθήκη θεωρείται ότι δεν έχει ποτέ υπάρξει. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο διαθέτης είχε πεθάνει πριν από την ακύρωση της διαθήκης, η περιουσία του θα περιέλθει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και σε αυτούς που αναγράφονται στην άκυρη διαθήκη.

Η ακυρώσιμη διαθήκη, αν δεν ακυρωθεί, αποκτά ισχύ και ισχύει μέχρι να ακυρωθεί. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο διαθέτης είχε πεθάνει πριν από την ακύρωση της διαθήκης, η περιουσία του θα περιέλθει στους κληρονόμους που ορίζονται στη διαθήκη.

Διαβάστε  Ενσυνείδητη αμέλεια

Στην περίπτωση που ο διαθέτης συντάσσει διαθήκη ενώ δεν έχει συνείδηση των πράξεών του ή δεν έχει τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, η διαθήκη είναι άκυρη εξαρχής. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκτά ποτέ ισχύ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Δεν χρειάζεται να γίνει κάποια ενέργεια για να ακυρωθεί, αφού είναι ήδη άκυρη.

Η διάταξη του άρθρου 1719 παράγραφος 3 ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν μπορεί να αναιρεθεί ή να τροποποιηθεί από άλλη διάταξη του νόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1719 παράγραφος 3, εδάφιο α’ του Αστικού Κώδικα, “ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας”.

Το πρώτο μέρος της διάταξης αυτής αναφέρεται στην περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει συνείδηση των πράξεών του. Αυτό σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει τι κάνει, δηλαδή δεν καταλαβαίνει ότι συντάσσει διαθήκη, ή δεν καταλαβαίνει την ουσία και το περιεχόμενο των διατάξεων της διαθήκης.

Το δεύτερο μέρος της διάταξης αυτής αναφέρεται στην περίπτωση που ο διαθέτης δεν έχει τη χρήση του λογικού. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς.

Στις δύο αυτές περιπτώσεις, η διαθήκη είναι άκυρη εξαρχής, δηλαδή από την ίδια τη σύνταξή της. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκτά ποτέ ισχύ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Δεν χρειάζεται να γίνει κάποια ενέργεια για να ακυρωθεί, αφού είναι ήδη άκυρη.

Η διάκριση μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης διαθήκης είναι σημαντική, καθώς έχει διαφορετικές συνέπειες. Η άκυρη διαθήκη δεν αποκτά ποτέ ισχύ, ενώ η ακυρώσιμη διαθήκη αποκτά ισχύ, αλλά μπορεί να ακυρωθεί μετά από αγωγή που ασκεί κάποιος κληρονόμος ή κληροδόχος.

Διαβάστε  Εξώδικο για κοινόχρηστα

Στην περίπτωση που ο διαθέτης συντάσσει διαθήκη ενώ δεν έχει συνείδηση των πράξεών του ή δεν έχει τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, η διαθήκη είναι άκυρη εξαρχής. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκτά ποτέ ισχύ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Δεν χρειάζεται να γίνει κάποια ενέργεια για να ακυρωθεί, αφού είναι ήδη άκυρη.

Η διάταξη του άρθρου 1719 παράγραφος 3, εδάφιο α’ ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν μπορεί να αναιρεθεί ή να τροποποιηθεί από άλλη διάταξη του νόμου. Αναζητήστε δικηγόρους με ειδίκευση στα κληρονομικά και ζητήστε εξατομικευμένη προσέγγιση.

Επομένως, η απάντηση στην ερώτησή σας είναι ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1719 αριθ. 3, εδαφ. α’ του Αστικού Κώδικα, η διαθήκη που συντάχθηκε από πρόσωπο που δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας είναι άκυρη εξαρχής.

Loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Google news