Google news
Ψευδής Καταμήνυση

Ψευδής Καταμήνυση

Στη δικαστική πρακτική, παρατηρείται συχνά ότι το αδίκημα που συζητείται είναι αρκετά διαδεδομένο. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ως έγκλημα δυνητικού κινδύνου, γεγονός που σημαίνει ότι η πράξη ενός παραβάτη ή μια πειθαρχική παράβαση που επιδεικνύεται πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε ποινική ή πειθαρχική δίωξη του κατηγορουμένου.

Για να στοιχειοθετηθεί η νομοτυπική υπόσταση του συγκεκριμένου αδικήματος, αρκεί η υποβολή μήνυσης ή ανακοίνωσης στην αρχή, εκ της οποίας δημιουργείται κίνδυνος παραπλάνησης της δικαιοσύνης, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί η βλάβη στη δικαιοδοτική λειτουργία. Στο άρθρο 229 Π.Κ., αναφέρεται το αδίκημα της απειλής. Συγκεκριμένα επισημαίνεται πώς, 1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.

  1. Εάν κάποιος κριθεί ένοχος για την υποβολή, αλλοίωση ή απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων ποινικού ή πειθαρχικού αδικήματος σε μια προσπάθεια να ενοχοποιήσει ψευδώς κάποιον άλλο, θα αντιμετωπίσει τις ίδιες συνέπειες με αυτές που θα αντιμετώπιζε εάν είχε διαπράξει ο ίδιος το έγκλημα. Αυτό περιλαμβάνει την επιβολή της ίδιας ποινής με τον κατηγορούμενο.
  2. Κατόπιν αιτήματος του θύματος, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να κοινοποιήσει δημόσια την ετυμηγορία, την οποία θα πληρώσει ο καταδικασθείς. Εάν η δημοσίευση δεν πραγματοποιηθεί εντός έξι μηνών από τη στιγμή της τελεσίδικης απόφασης που καταχωρίστηκε σε συγκεκριμένο αρχείο, το δικαίωμα αυτό καθίσταται άκυρο. Η διάταξη αυτή υπογραμμίζει τη σημασία των άμεσων ενεργειών για τη δημοσίευση της απόφασης μετά την έκδοση της ετυμηγορίας.

Η ψευδής δήλωση μπορεί να επιφέρει νομικές συνέπειες σύμφωνα με το άρθρο 229 του Ποινικού Κώδικα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η υποβολή

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η παράβαση της παροχής ψευδών πληροφοριών ή ψευδών κατηγοριών ρυθμίζεται από το άρθρο 229 του Ποινικού Κώδικα. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου θεσπίζει την τυποποίηση του αδικήματος της παροχής ψευδών πληροφοριών, ενώ η δεύτερη παράγραφος περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία κάποιος δημιουργεί υποψίες εναντίον άλλου προσώπου παρουσιάζοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας αποδεικτικά στοιχεία. Ο δράστης αυτού του αδικήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, εκτός από το πρόσωπο που αποτελεί το αντικείμενο της αναφοράς. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ψευδούς αναφοράς, η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα άτομα πρέπει να είναι ποινική ή πειθαρχική, ψευδής και ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι τα γεγονότα που παρουσιάζει είναι αναληθή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα κατηγορούμενο πρόσωπο μπορεί επίσης να είναι ο δράστης μιας ψευδούς αναφοράς. Στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος μπορεί να παράσχει σκόπιμα ψευδείς πληροφορίες σε άλλο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της απολογίας του ενώπιον του ανακριτή είτε για να υποστηρίξει τον εαυτό του είτε για να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την αθωότητά του. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η σιωπηρή ενοχοποίηση ενός τρίτου προσώπου είναι αρκετή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, ακόμη και αν ο δράστης δεν κατηγορεί άμεσα κάποιον για εγκληματική πράξη.

Διαβάστε  Πολιτικός Γάμος

Όσον αφορά την πραγματική φύση του αδικήματος, είναι σημαντικό να παρέχονται λεπτομέρειες σχετικά με την ακριβή πράξη που κατηγορείται. Οι κατηγορίες δεν πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά σε υπερβολές, καθώς το ψεύδος πρέπει να υφίσταται είτε εν μέρει είτε εξ ολοκλήρου. Δεν είναι απαραίτητο η αρχή ή ο φορέας που λαμβάνει την καταγγελία να είναι και η αρμόδια αρχή, και όλες οι αρχές έχουν την ευθύνη να προωθούν οποιεσδήποτε καταγγελίες, ακόμη και ψευδείς, στα αρμόδια μέρη. Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάζονται ουδέτερα για ένα ενημερωμένο ακροατήριο με σκοπό την ενημέρωση.

Για το συγκεκριμένο αδίκημα, σχετικά με την υποκειμενική υπόσταση αυτού δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, καθώς απαιτείται η τέλεση της πράξης να πραγματοποιηθεί με γνώση του ψεύδους περιεχομένου της καταμήνυσης. Σε περίπτωση δε αμέλειας, ως προς τη σύνταξη και υπογραφή της μηνυτήριας αναφοράς δε συντρέχει ο απαιτούμενος δόλος και ως εκ τούτου δεν επέρχεται η υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, κάτι που οδηγεί στην απόρριψη της έγκλησης για ψευδή καταμήνυση, ως νομικά αβάσιμη. Όπως όμως αναφέρθηκε, το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης τελείται και όταν ο δράστης, καθιστά στην αρχή κάποιο άλλο πρόσωπο ύποπτο τέλεσης αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δια της υποβολής ή αλλοίωσης ή απόκρυψης αποδεικτικού μέσου. Για να πληρείται η νομοτυπική υπόσταση της ψευδούς καταμήνυσης, κατά τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 229 Π.Κ., θα πρέπει ο δράστης να γνωρίζει πως το άλλο πρόσωπο δεν τέλεσε την πράξη που του αποδίδει, χωρίς να χρειάζεται να έχει περαιτέρω σκοπό, να προκαλέσει την καταδίωξη του εκ της αρμόδιας αρχής, για την πράξη αυτή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων είναι, η τοποθέτηση πειστηρίου του εγκλήματος σε εκείνον που επιδιώκεται να ενοχοποιηθεί, η απόκρυψη των κλοπιμαίων σε ξένη κατοικία, η νόθευση εμπορευμάτων κ.α.

Διαβάστε  Έννοια της αξιόποινης πράξης - Άρθρο 14

Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 229 ΠΚ, το έγκλημα της ψευδούς δήλωσης θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί μόνο εάν η αρχή γνωρίζει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν δημιουργηθεί ή παραποιηθεί από τον δράστη. Η απόπειρα διάπραξης του εγκλήματος αυτού περιλαμβάνει την αλλοίωση ή την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων χωρίς να το γνωρίζει η αρμόδια αρχή. Προκειμένου να κριθεί ένοχος για το αδίκημα αυτό, ο δράστης όχι μόνο πρέπει να δημιουργήσει ή να αλλοιώσει τα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά πρέπει επίσης να υποβάλει αίτηση στην αρχή για να της γνωστοποιήσει τις υποψίες εναντίον του προσώπου για το οποίο δημιούργησε ψευδή αποδεικτικά στοιχεία για έγκλημα. Η ποινή για το αδίκημα αυτό είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, ενώ το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της δημοσίευσης της καταδικαστικής απόφασης για ψευδή μαρτυρία με έξοδα του καταδικασθέντος. Η απόφαση αυτή δεν είναι αυτόματη, αλλά απαιτεί την αίτηση του θύματος. Ωστόσο, το δικαίωμα υποβολής αίτησης για τη δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης παύει να υφίσταται εάν δεν εκτελεστεί εντός έξι μηνών από την καταχώριση της οριστικής καταδικαστικής απόφασης σε ειδικό μητρώο.

Συμπερασματικά

Εν συντομία, η πράξη της ψευδούς δήλωσης είναι αρκετά διαδεδομένη στο νομικό σύστημα και ο νόμος που περιγράφεται στο άρθρο 229 του Ποινικού Κώδικα απαριθμεί εξαντλητικά όλες τις πιθανές παραλλαγές αυτού του αδικήματος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο δράστης θα λάβει μια δίκαιη τιμωρία για τις πράξεις του. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα σχετικά ήσσονος σημασίας αδίκημα, η ψευδής δήλωση φέρει περίπλοκο νομικό χαρακτήρα λόγω των ποικίλων τρόπων με τους οποίους μπορεί να διαπραχθεί. Επιπλέον, το γεγονός ότι η καταδίκη για αυτό το έγκλημα μπορεί να δημοσιευθεί έχει σημαντικές συνέπειες για το καταδικασθέν άτομο. Είναι σημαντικό για όσους έχουν καλή κατανόηση των νομικών εννοιών να εξοικειωθούν με τις αποχρώσεις αυτού του αδικήματος για να αποφύγουν τυχόν νομικές συνέπειες.

Loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Google news